Η υπέρταση αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου εμφράγματος και εγκεφαλικού επεισοδίου.

Εκτός από την ηλικία και το σωματικό βάρος, στην εμφάνισή της εμπλέκεται και η υπερβολική κατανάλωση αλατιού.

Οι επιστήμονες πίστευαν μέχρι πρόσφατα ότι η κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων φρούτων και λαχανικών μπορεί να εξουδετερώσει την αρνητική επίδραση του αλατιού στην αρτηριακή πίεση λόγω των βιταμινών και των ιχνοστοιχείων που περιέχουν και επηρεάζουν τα αιμοφόρα αγγεία.

Σύμφωνα με νεότερα ευρήματα ωστόσο, η υγιεινή διατροφή δεν εξουδετερώνει την αυξημένη κατανάλωση αλατιού.

Οι ερευνητές από το Κολέγιο Imperial του Λονδίνου και του Πανεπιστημίου Northwestern στο Ιλινόι, ανέλυσαν τη διατροφή πάνω από 4.000 ατόμων και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα άτομα που καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες νατρίου έχουν τελικά αυξημένη αρτηριακή πίεση, ανεξάρτητα από το πόσο υγιεινή είναι συνολικά η διατροφή τους.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε το διάστημα 1997-99 και οι ειδικοί ανέλυσαν τη διατροφή 4.680 ατόμων, 40-59 ετών, από τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιαπωνία και την Κίνα. Οι εθελοντές κατέγραφαν για τέσσερις ημέρες τη διατροφή τους, ενώ είχαν ληφθεί δείγματα ούρων, είχε γίνει μέτρηση βάρους, ύψους και αρτηριακής πίεσης.

Στα δείγματα ούρων είχαν καταγραφεί οι συγκεντρώσεις νατρίου και καλίου. Το νάτριο είναι το βασικό συστατικό του αλατιού και το κάλιο εμπεριέχεται σε πράσινα φυλλώδη λαχανικά και φαίνεται να μειώνει την αρτηριακή πίεση του αίματος.

Από την ανάλυση των διατροφικών ημερολογίων αναλύθηκε η παρουσία άνω των 80 θρεπτικών συστατικών τα οποία πιστεύεται ότι σχετίζονται με χαμηλότερη αρτηριακή πίεση, όπως η βιταμίνη C, οι φυτικές ίνες και τα ω-3 λιπαρά οξέα.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι υπήρχε σχέση μεταξύ υπέρτασης και υψηλής κατανάλωσης αλατιού, ακόμα και στα άτομα που προσλάμβαναν μέσω διατροφής υψηλή ποσότητα νατρίου και άλλων συστατικών. Οι ειδικοί υπολόγισαν την πρόσληψη νατρίου από την ποσότητα του νατρίου στα ούρα και τα διατροφικά ημερολόγια.

Η μέση κατανάλωση αλατιού στο δείγμα της μελέτης ήταν 10,7 γραμμάρια την ημέρα, συνολικά. Η μέση κατανάλωση στο Ηνωμένο Βασίλειο ήταν 8,5 γραμ., στις ΗΠΑ, την Κίνα και την Ιαπωνία 9,6 γραμ., 13,4 γραμ. και 11,7 γραμ., αντίστοιχα.

Η κατανάλωση αλατιού πάνω από τα προαναφερόμενα όρια συνδεόταν με αυξημένο κίνδυνο υπέρτασης. Η κατανάλωση επιπλέον 7 γραμ. (1,2 κουταλάκια του τσαγιού) αλάτι πάνω από τον μέσο όρο συσχετιζόταν με αύξηση της συστολικής αρτηριακής πίεσης κατά 3,7 3.7 mmHg.

«Είμαστε αντιμέτωποι με μια παγκόσμια επιδημία υπερκατανάλωσης αλατιού και υπέρτασης. Η έρευνα δείχνει ότι δεν μπορούμε να κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας ως προς την αρτηριακή μας πίεση. Το μυστικό είναι να μην τρώμε πολύ αλάτι, ακόμα κι αν η διατροφή μας θεωρείται υγιεινή και ισορροπημένη», εξηγεί η Δρ Κουίνι Τσαν, κύρια συγγραφέας της μελέτης και μέλος της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Κολεγίου Imperial.

Και συμπληρώνει: «Καθώς η μεγάλη ποσότητα του αλατιού στη διατροφή μας προέρχεται από τα επεξεργασμένα τρόφιμα, προτρέπουμε τις βιομηχανίες τροφίμων να μειώνουν στην περιεκτικότητα των προϊόντων τους σε αλάτι».

Η μελέτη δημοσιεύεται στο επιστημονικό έντυπο Hypertension.

ΠΗΓΗ: onmed.gr