Όσο καλύτερα ενημερωμένος είναι ένας ασθενής, τόσο καλύτερη η αλληλεπίδραση με τον γιατρό και έτσι αυξάνονται οι πιθανότητες καλής συμμόρφωσης στη θεραπεία, άρα και η εξασφάλιση μιας ποιοτικής ζωής.

Η νέα αυτή φιλοσοφία στο δίπολο γιατρού-ασθενή έχει οδηγήσει τα τελευταία χρόνια στην αλλαγή του τρόπου λειτουργίας των συστημάτων Υγείας ανά τον κόσμο. Από το ιατροκεντρικό μοντέλο έχουμε πλέον περάσει στο ασθενοκεντρικό μέσω της αμφίδρομης επικοινωνίας των πληροφοριών.

Οι ασθενείς συμμετέχουν περισσότερο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με την υγεία τους, έχουν πιο συχνά άποψη σχετικά με τη διάγνωση και τη θεραπεία τους και θέλουν να έχουν καλύτερη εικόνα των διαθέσιμων επιλογών τους, αναζητώντας μόνοι τους πληροφορίες σχετικά με την πάθησή τους, τις θεραπείες και τις συνταγογραφούμενες αγωγές, ώστε να μάθουν περισσότερα.

Ταυτόχρονα, οι γιατροί υφίστανται τεράστια πίεση χρόνου, αφού δέχονται περισσότερους ασθενείς και διαθέτουν λιγότερο χρόνο από ποτέ, πράγμα που σημαίνει ότι συχνά η επικοινωνία γιατρού-ασθενούς διακόπτεται ή παρακωλύεται. Στη Μ. Βρετανία, ο μέσος χρόνος δεν υπερβαίνει τα 10 λεπτά, στον Καναδά τα 20, ενώ στη χώρα μας επίσης δεν ξεπερνά τα 15-20 λεπτά.

Εξάλλου στην Ελλάδα, ευρωπαϊκή έρευνα που παρουσιάστηκε στο πρόσφατο Συμπόσιο με θέμα «Επικοινωνία της Υγείας: Εκπαίδευση, προκλήσεις και δυνατότητες για τον Επαγγελματία Υγείας», που διοργάνωσε το Ινστιτούτο Prolepsis την Πέμπτη 14 Ιουνίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, έδειξε ότι οι Έλληνες επαγγελματίες Υγείας  έχουν σημαντικές ελλείψεις στην κατάρτιση στον τομέα των δεξιοτήτων επικοινωνίας.

Όμως το τοπίο της υγειονομικής περίθαλψης αλλάζει διαρκώς και η τεχνολογία δίνει όλο και καλύτερη πρόσβαση στην πληροφόρηση. Τα παραδοσιακά και ψηφιακά μέσα ενημέρωσης αλλά και τα ταχέως αναπτυσσόμενα κοινωνικά δίκτυα μπορούν να παίξουν καταλυτικό ρόλο στην ενίσχυση του διαλόγου μεταξύ των επαγγελματιών υγείας και των ληπτών υπηρεσιών υγείας, είτε πρόκειται για τον ίδιο τον ασθενή, είτε για την οικογένεια του.

«ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΚΟΠΗ» – Η σπουδαιότητα του αμφίδρομου διαλόγου μεταξύ γιατρού – ασθενή

Κατά τη διάρκεια workshop, που διεξήχθη στο Eye Museum του Άμστερνταμ, με κεντρικό θέμα «ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΚΟΠΗ: η σπουδαιότητα του αμφίδρομου διαλόγου ανάμεσα σε γιατρούς και ασθενείς», επαγγελματίες υγείας, ασθενείς και δημοσιογράφοι αντάλλαξαν  απόψεις για το πώς ο καθένας εκ της θέσεως του μπορεί να συμβάλλει στην βελτίωση της επικοινωνίας, με γνώμονα πάντα μια καλύτερη ποιότητα ζωής και τη μέγιστη δυνατή συμμόρφωση στη θεραπεία.

Η Σάρα Τζάρβις, με την διπλή ιδιότητα του Γενικού Γιατρού (μέλος του Βασιλικού Κολεγίου Γενικών Ιατρών και Υγείας των Γυναικών στο Ηνωμένο Βασίλειο) αλλά και της δημοσιογράφου στο BBC Radio 2 και BBC 1 υπενθύμισε ότι οι ασθενείς έχουν μεταμορφωθεί από παθητικοί σε ενεργούς συμμετέχοντες στην υγειονομική περίθαλψη «γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό να βρούμε νέους τρόπους για να διατηρήσουμε μια αμφίδρομη συζήτηση. Γνωρίζουμε πολύ καλά τα οφέλη του ουσιαστικού διαλόγου μεταξύ γιατρών και ασθενών, ιδίως υπό το πρίσμα των σημερινών τεχνολογικών και κοινωνικών αλλαγών. Οι ασθενείς θέλουν να έχουν μεγαλύτερη συμμετοχή και περισσότερο έλεγχο, γι’ αυτό υπάρχουν πολλά πλεονεκτήματα σε αυτή την από κοινού λήψη αποφάσεων, ανάμεσα στα οποία είναι και η καλύτερη συμμόρφωση στη θεραπεία», εξήγησε.

Αναφερόμενη σε έρευνες γνώμης είπε ότι, το 51% των ασθενών επιθυμούν να έχουν διάλογο και γόνιμη αντιπαράθεση με τον θεράποντα ιατρό τους πριν καταλήξουν στην επιλογή της βέλτιστης θεραπείας. «Όμως η οικοδόμηση μιας ισότιμης σχέσης δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ο καθένας διεκδικεί το πάνω χέρι», σημείωσε η Δρ Τζαρβις.

Εντύπωση ωστόσο προκαλεί το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις κοινού, το 50-75% των πληροφοριών που ανταλλάσσονται σε μια επίσκεψη ξεχνιέται σχεδόν αμέσως από τον ασθενή. Το 50% των πληροφοριών έχουν συγκρατηθεί λάθος με αποτέλεσμα το 30-80% των απαιτήσεων των ασθενών από μια θεραπεία να μην εκπληρώνονται.

«Οι γιατροί πρέπει να ακούνε περισσότερο, οι ασθενείς πρέπει διεκδικούν και να παίζουν πιο ενεργό ρόλο στη διαχείριση της πληροφορίας. Η καλή επικοινωνία γιατρού-ασθενούς έχει τη δυνατότητα να βοηθήσει στη ρύθμιση των συναισθημάτων των ασθενών, να διευκολύνει την κατανόηση των ιατρικών πληροφοριών και να συμβάλει στην καλύτερη αναγνώριση των αναγκών, των αντιλήψεων και των προσδοκιών των ασθενών. Και σ’ αυτό το δίπολο ο ρόλος των ΜΜΕ πρέπει να είναι εξισορροπητικός», πρότεινε η Δρ Τζάρβις.

Ο Τζον Άικελμπουμ, επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου McMaster του Καναδά, μεταφέροντας την προσωπική του εμπειρία από τη μεταβολή που έχει επέλθει στη σχέση γιατρού-ασθενή τα τελευταία χρόνια με την «άνθηση» των ψηφιακών μέσων ενημέρωσης και των κοινωνικών δικτύων είπε χαρακτηριστικά: «Όλο και συχνότερα καλούμαι να απαντήσω σ’ ένα “Γιατί;”. Όταν ένας ασθενής με ρωτάει “Γιατί;”, αυτό μου δείχνει όχι μόνο ότι ο ασθενής αυτός συμμετέχει στον διάλογο τη συγκεκριμένη ημέρα, αλλά ότι ενδιαφέρεται ουσιαστικά να καταλάβει την κατάστασή του και θα συμμετέχει ενεργά στο θεραπευτικό του σχήμα – βελτιώνοντας σημαντικά τις προοπτικές ανάκαμψης της υγείας του. Καταλαβαίνω επίσης ότι έχει έρθει “διαβασμένος”, δηλαδή έχει κάνει την έρευνά του στο διαδίκτυο κυρίως για πληροφορίες σχετικά με την πάθηση του ή την φαρμακευτική αγωγή που είθισται να χορηγείται».

Και πρόσθεσε ότι ο ρόλος του σύγχρονου δημοσιογράφου είναι καθοριστικός στη γόνιμη αλληλεπίδραση γιατρού-ασθενή. «Χρειαζόμαστε σίγουρα σωστά δομημένο δημοσιογραφικό περιεχόμενο, το οποίο να είναι ιατρικά αξιόπιστο και να έρχεται να λειτουργήσει συμπληρωματικά σε αυτά που λέμε στον ασθενή κατά τη διάρκεια της ιατρικής επίσκεψης. Το υλικό αυτό πρέπει να είναι εύκολα κατανοητό, αλλά πάντα αξιόπιστο. Σήμερα, η μεγαλύτερη πρόκληση για μας τους γιατρούς είναι η εύκολη πρόσβαση των πολιτών στην ιατρική πληροφορία μέσω του διαδικτύου. Αλλά αυτό κρύβει και κινδύνους, αφού πολλά απ’ αυτά που θα διαβάσει μπορεί να είναι λάθος. Και δυστυχώς, στις μηχανές αναζήτησης πληροφοριών του διαδικτύου, σήμερα, υπάρχουν πολλές ανακριβείς πληροφορίες αναφορικά με θέματα υγείας».

Απαντώντας σε ερώτηση του in.gr για το πώς θα πρέπει η δημοσιογραφία να συμβάλλει στη διάχυση της ορθής ιατρικής πληροφόρησης και στην αναχαίτιση της διασποράς των ψευδών ειδήσεων, ο Δρ Άικελμπουμ εξήγησε ότι «θα πρέπει να σκεφτούμε ευρύτερα την ευθύνη μας σαν κοινωνία και όχι να περιχαρακωθούμε στους ρόλους που ο καθείς εξ ημών κάθε φορά παίζει. Είναι γεγονός πως ποτέ σαν γιατρός δε θα έχω αρκετό χρόνο για να είμαι πάντα ενημερωμένος για όσα αφορούν στην ειδικότητά μου. Είναι παραδεκτό ότι οι γιατροί χρειαζόμαστε διαρκώς περισσότερη μόρφωση. Και αυτό μπορεί να γίνει με τη βοήθεια των ψηφιακών μέσων επικοινωνίας που με ένα κλικ δίνουν πρόσβαση σε αξιόπιστες πληροφορίες. Όμως, πρέπει και ο ασθενής και η κοινωνία ευρύτερα να απαιτήσει αξιόπιστη πληροφόρηση, σε επίπεδο που αυτή να γίνεται εύκολα κατανοητή από τα μη εξειδικευμένα κοινά. Αυτή η κοινωνική πίεση θα ωθήσει τα ΜΜΕ να συμπεριφερθούν πιο υπεύθυνα και να προστατεύσουν το πεδίο της ενημέρωσης από ψευδείς πληροφορίες και απόπειρας παραπλάνησης του κοινού με άγνωστα ή γνωστά κίνητρα. Όλοι εν τέλει πρέπει να εισφέρουμε ο καθένας περισσότερο στη δόμηση της αποτελεσματικής επικοινωνίας της πληροφορίας. Γιατί όσο καλύτερα ενημερωμένος είναι ένας ασθενής, τόσο καλύτερη η αλληλεπίδραση με τον γιατρό και έτσι αυξάνονται οι πιθανότητες καλής συμμόρφωσης στη θεραπεία, άρα και η εξασφάλιση μιας ποιοτικής ζωής».

ΠΗΓΗ: in.gr